Αξιολόγηση Νομικής Βασιμότητας Αγωγής Εμβόλιο AstraZeneca

Αγωγή αποζημίωσης για το εμβόλιο AstraZeneca (Vaxzevria) ευδοκιμεί μόνο όταν υπάρχει αποδεδειγμένη, αντικειμενικά διαπιστωμένη βλάβη της υγείας που συνδέεται αιτιωδώς με τον εμβολιασμό. Ο φόβος για μια παρενέργεια που τελικά δεν εκδηλώθηκε δεν συνιστά νομικά αναγνωρίσιμη ζημία και οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης. Αντίθετα, όποιος υπέστη σοβαρή οργανική βλάβη μπορεί να στραφεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου με βάση την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών — βάση που έχει ήδη γίνει δεκτή τόσο από το Συμβούλιο της Επικρατείας όσο και από τα διοικητικά δικαστήρια.

Η απόσυρση του εμβολίου της AstraZeneca από την ευρωπαϊκή αγορά τον Μάιο του 2024 αναζωπύρωσε το ερώτημα: μπορεί κάποιος που εμβολιάστηκε να διεκδικήσει αποζημίωση; Η απάντηση εξαρτάται από ένα και μόνο κρίσιμο στοιχείο — την ύπαρξη ή μη πραγματικής ζημίας. Ακολουθεί αναλυτική αξιολόγηση των τριών νομικών βάσεων που τίθενται στην πράξη.

1. Κανονιστικό Πλαίσιο και Νομιμότητα Εισαγωγής του Σκευάσματος

Η εισαγωγή, κυκλοφορία και διάθεση του εμβολίου της AstraZeneca (Vaxzevria) στην ελληνική επικράτεια υπήρξε νόμιμη, καλυπτόμενη πλήρως από το τεκμήριο νομιμότητας των αποφάσεων των ευρωπαϊκών και εθνικών οργάνων. Το συγκεκριμένο σκεύασμα έλαβε επίσημη Άδεια Κυκλοφορίας Υπό Όρους (Conditional Marketing Authorisation) από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) τον Ιανουάριο του 2021, η οποία εν συνεχεία ενσωματώθηκε και εγκρίθηκε νομίμως από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) για την ένταξή του στο εθνικό εμβολιαστικό πρόγραμμα.

Η μετέπειτα οριστική απόσυρσή του από την αγορά, η οποία ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2024, πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της ίδιας της παρασκευάστριας εταιρείας, για εμπορικούς λόγους, καθώς η ανάπτυξη και επικράτηση των επικαιροποιημένων mRNA εμβολίων περιόρισε τη ζήτησή του. Η άδεια κυκλοφορίας του ανακλήθηκε κατόπιν οικειοθελούς αιτήματος της εταιρείας και όχι λόγω ανακάλυψης κάποιου παράνομου δικτύου εισαγωγής ή ελαττωματικότητας κατά τη διακίνησή του.

Κατά την περίοδο της πανδημικής κρίσης, το εμβόλιο συνδέθηκε ιατρικά με μια εξαιρετικά σπάνια πλην σοβαρή παρενέργεια, το σύνδρομο θρόμβωσης με θρομβοπενία (TTS). Η ανάδυση των επιστημονικών αυτών δεδομένων είχε οδηγήσει τις υγειονομικές αρχές παγκοσμίως (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) στον σταδιακό περιορισμό της χρήσης του σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες, πριν την τελική του ανάκληση.

Συνεπώς, από νομική άποψη, εφόσον ο λήπτης του εμβολίου παραμένει υγιής και δεν έχει εκδηλώσει την εν λόγω παρενέργεια, η οποία ιατρικά εμφανίζεται εντός των πρώτων εβδομάδων από τη χορήγηση, ελλείψει υλικού υποβάθρου και πραγματικής ζημίας, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία (ΑΚ 914). Συνεπώς, δεν υφίσταται νομική βάση για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης λόγω παράνομης εισαγωγής ή κυκλοφορίας ελαττωματικού προϊόντος.

2. Συνταγματικότητα της Υποχρεωτικότητας και του Κρατικού Εξαναγκασμού

Ο ισχυρισμός ότι ο εμβολιασμός ήταν αναγκαστικός και προσέβαλε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του πολίτη έχει κριθεί τελεσίδικα από την ελληνική δικαιοσύνη. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με σειρά αποφάσεών της,όπως οι ΣτΕΟλ. 1400/2022, 1684/2022 και 2332/2022, έκρινε ότι ο υποχρεωτικός ή ημιοποχρεωτικός εμβολιασμός συγκεκριμένων πληθυσμιακών ή επαγγελματικών ομάδων ήταν συνταγματικά ανεκτός.

Το ανώτατο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το μέτρο αυτό θεσπίστηκε νόμιμα για την προστασία της δημόσιας υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος, δεν παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και βασίστηκε στα έγκυρα επιστημονικά δεδομένα της περιόδου εκείνης. Η μόνη εξαίρεση που κρίθηκε αντισυνταγματική αφορούσε αποκλειστικά την παράταση του μέτρου στα τέλη του 2022 λόγω παράλειψης του κράτους να επαναξιολογήσει τα επιδημιολογικά δεδομένα, και όχι την αρχική επιβολή του. Ως εκ τούτου, η νομική ή διοικητική πίεση που ασκήθηκε δεν συνιστά παράνομη πράξη του Δημοσίου, καθώς καλύπτεται πλήρως από το τεκμήριο νομιμότητας των σχετικών διατάξεων.

3. Οι Προϋποθέσεις της Αστικής Ευθύνης

Για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης προς αποζημίωση, είτε κατά του Ελληνικού Δημοσίου βάσει των άρθρων 105-106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα είτε κατά της εταιρείας βάσει των γενικών διατάξεων για τις αδικοπραξίες, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή παράνομης συμπεριφοράς, αιτιώδους συνδέσμου και πρόκλησης θετικής ζημίας, αποθετικής ζημίας ή ηθικής βλάβης. Στο αστικό και διοικητικό δίκαιο, η ηθική βλάβη προϋποθέτει την ύπαρξη μιας άμεσης, βεβαιωμένης και υπαρκτής προσβολής της υγείας ή της προσωπικότητας. Ο υποθετικός, μελλοντικός φόβος για μια παρενέργεια που θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλά τελικά δεν συνέβη, δεν συνιστά νομικά αναγνωρίσιμη ζημία. Ιατρικά, η συγκεκριμένη σπάνια παρενέργεια TTS εκδηλώνεται αποκλειστικά εντός των πρώτων εβδομάδων από τη λήψη του εμβολίου, γεγονός που σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει παρέλθει προ πολλού. Τα δικαστήρια απορρίπτουν πάγια τέτοιες αγωγές ως αόριστες και αναπόδεικτες, καθώς ελλείψει αντικειμενικού ευρήματος οργανικής βλάβης δεν υφίσταται υλικό υπόβαθρο ζημίας.

4. Αξιολόγηση της Βάσης της Υπέρμετρης Θυσίας βάσει της Νομολογίας του ΣτΕ

Η πρώτη πιθανή νομική βάση αφορά την αστική ευθύνη του Δημοσίου από νόμιμη ενέργεια, σε συνδυασμό με την αρχή της υπέρμετρης θυσίας. Αυτή είναι η μοναδική βάση που έγινε δεκτή από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις θεμελιώσεις αποφάσεις ΣτΕΟλ. 1762-1764/2023, σύμφωνα με τις οποίες, έκρινε ότι αν από έναν νόμιμο εμβολιασμό προκληθεί εξαιρετικά σπάνια αλλά σοβαρή βλάβη, ο παθών δικαιούται αποζημίωση από το Κράτος λόγω της αρχής της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών (Άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος). Πάνω σε αυτό το σκεπτικό πάτησαν και οι πρόσφατες αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων, όπως η υπ’ αριθμ. 4202/2025 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και σχετικές δικαστικές αποφάσεις των ετών 2025-2026, οι οποίες επιδίκασαν αποζημιώσεις για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη σε παθόντες ή συγγενείς θυμάτων.

Ωστόσο, η βάση αυτή είναι προδήλως απορριπτέα στην περίπτωση ενός υγιούς πολίτη, διότι η έννοια της θυσίας προϋποθέτει χειροπιαστή, μόνιμη ή σοβαρή οργανική βλάβη, όπως αναπηρία ή νοσηλεία. Ο φόβος και η ανησυχία δεν αποτελούν υπέρμετρη θυσία με τη νομική έννοια του όρου.

5. Αξιολόγηση της Βάσης της Παράνομης Κρατικής Πράξης

Η δεύτερη πιθανή νομική βάση στηρίζεται στην εκδοχή ότι το Κράτος έδρασε παράνομα, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ατόμου. Σύμφωνα με αυτόν τον ισχυρισμό, το Δημόσιο επέβαλε ένα μέτρο χωρίς να έχει διενεργήσει επαρκείς προληπτικούς ελέγχους και χωρίς να παρέχει εναλλακτικές επιλογές σκευασμάτων σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες, προσβάλλοντας το άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

Η συγκεκριμένη βάση κρίνεται επίσης απορριπτέα, καθώς προσκρούει στο δεδικασμένο της πάγιας νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας(ΣτΕΟλ. 1400/2022, 2332/2022 κ.ά.). Τα δικαστήρια έχουν κρίνει τελεσίδικα ότι οι κρατικές πράξεις και οι σχετικές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένες, νόμιμες και απαραίτητες για τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής, γεγονός που αποκλείει τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του Δημοσίου ως παράνομης.

6. Αξιολόγηση της Βάσης της Ψυχικής Διατάραξης και Μετατραυματικού Στρες

Η τρίτη πιθανή νομική βάση αφορά τη διεκδίκηση αποζημίωσης για ηθική βλάβη λόγω σοβαρού κλονισμού της ψυχικής υγείας. Με τη βάση αυτή προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο πολίτης, εξαιτίας των ειδήσεων για τις επιπλοκές και της μετέπειτα απόσυρσης του εμβολίου της AstraZeneca, υπέστη σοβαρή ψυχική βλάβη και ζει καθημερινά με το σύνδρομο του μετατραυματικού στρες, το οποίο συνιστά αυτοτελή προσβολή του εννόμου αγαθού της υγείας. Η ευδοκίμηση αυτής της βάσης θεωρείται εξαιρετικά απίθανη δικονομικά. Για να έχει ελπίδες μια τέτοια προσέγγιση, δεν αρκεί η απλή επίκληση του φόβου, αλλά απαιτείται η προσκόμιση πλήρους ιατρικού φακέλου από δημόσια νοσοκομεία και ψυχιάτρους που να αποδεικνύουν την ύπαρξη κλινικής νόσου, όπως βαριά κατάθλιψη, η οποία χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και προκλήθηκε αιτιωδώς από τον εμβολιασμό, στοιχείο που είναι σχεδόν αδύνατο να αποδειχθεί δικαστικά.

7. Δικονομικό Συμπέρασμα

Με βάση τα τρέχοντα πραγματικά περιστατικά και την απουσία οποιασδήποτε οργανικής βλάβης, τυχόν άσκηση αγωγής στερείται νομικού και ουσιαστικού ερείσματος και θα απορριφθεί από τα δικαστήρια ως νόμω αβάσιμη.

Στο ελληνικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται η έννοια της τιμωρητικής αποζημίωσης για την απλή έκθεση σε κίνδυνο ή για την πρόκληση υποθετικού φόβου. Από τη στιγμή που δεν υφίσταται αποδεδειγμένη ζημία, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία, ανεξάρτητα από το πόσο πιεστική μπορεί να θεωρεί ο πολίτης τη συμπεριφορά του Κράτους.

Επιζητείτε τεκμηριωμένη νομική καθοδήγηση;

Contact Form

Διεύθυνση

Ακαδημίας 26 Τ.Κ. 106 71, Αθήνα

Τηλέφωνο

+30-210-3633004
+30-210-3600386